Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Ίδιον ανθρώπου το διφυές





















Το δίπολο της νόησης ένστικτο και πνεύμα
το 'να σε κρατά γερό εδώ, με τ' άλλο περνάς το πλέγμα

Το δίπολο της ψυχής συναίσθημα και τόλμη
το ένα σε ωθεί να πας εμπρός, το άλλο σε βαλτώνει

Το εργαλείο και των δυό η μονοδιάστατη ύλη
το τρισυπόστατο συγκροτεί σ' ένα ποικιλόμορφο πανηγύρι

Σώμα - Σήμα - Τάφος

Δεν είναι δώρο η ζωή, μα των προκλήσεων άθλος
εμπλουτίστηκαν η νόηση κι η ψυχή με πάθος
σ' ένα παιχνίδι δημιουργικού οίστρου κι εκλεπτυσμού
εις βάθος
κι όμως μετρούν την νίκη και το λάθος

Δεν είναι το μαχαίρι ο φονιάς μ' αυτό που το κρατάει
και γιά καλό και γιά κακό αυτός το κυβερνάει.
Μ' αν δόλια το εικτήρουμε, αφού δεν προσμετράει
την ραθυμία μας καλύπτουμε όταν η ζωή μας προσπερνάει

Δίκη - Ύβρης - Νέμεσις

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Στατικές παρορμήσεις στη σιωπή

















γνώριμοι αγαπημένοι κι αλησμόνητοι
πρόσωπα
ήχοι
ευωδίες
λέξεις
προπαντός οι λέξεις
εντυπώνονται
εγείρουν την τότε στιγμή
με τόση ακρίβεια
παραδόξως ακόμα κι όσα δεν ειπώθηκαν
αλλά υπήρχαν ως σκέψη

Κάθε στιγμή, ιερή
κι εμείς οι μύστες του αεί
του πρίν στο μετά
του τώρα στο χθές
συλλέκτες αέρινων επαφών
καταγραφείς ασήμαντων ιστοριών
μύθους μεταλλάσσουμε
νόημα προσδίδουμε

χρυσοροές παθών στον απέραντο νυχτερινό ωκεανό
αστρικές προβολές στον εσωτερικό μας ουρανό
και θρηνούμε τον θάνατο όλων
σε μιά οιμωγή ενός πένθιμου ενιαυτού
παρθενικού
κάθε φορά
και συντρέχουμε της θλίψης μας
της αγαπημένης
ώσπου να 'ρθει ο κορεσμός
κι η απάθεια του κάματου
γιά κάθε ένα
Τότε κερδίζεις την γαλήνη

Καλυψώ
έτη επτά

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

ενδύοντας το αρχέτυπο
















Οριοθετείς την ζωή
η ζωή είναι ελεύθερη
Θέτεις κανόνες αναιρώντας την φύση
κι η φύση τους αναιρεί
Θέτεις κανόνες πέρα και πάνω στην φύση
και τότε τους επικροτεί

Η βάση – το αρχέτυπο δεν καταργείται
ενδύεται και καλλοπίζεται
γίνεται ανώτερο κι επικρατεί
Θέλει να το ερευνήσεις και το αποδεχτείς
μα δίχως να υποταγείς
Θέλει ειλικρίνεια και γενναιότητα για να εξελιχθείς
μα την ουσία δεν πρέπει ν’ απαρνηθείς

Αιτία – αιτιατό – αιτιώδες
ο λόγος δεν ανατρέπεται
ερμηνεύεται και προσάπτεται άσπιλος
ο λόγος δεν αποθεώνεται
αποτιμάται και παίρνει την θέση του
Στην ένωση βγαίνει το Εγώ
στην ένωση γεννάται το ανώτερο

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Ένδειας πλούτος

















Παιχνίδι,
ένα παιχνίδι είναι αυτό
μέσα απ’ αυτό επικοινωνώ
δίνω το έναυσμα για κάτι μεγάλο,
για κάτι άλλο

Περιοδεύοντα σήμαντρα τη θόλο συγκροτούν
Τις αχανείς εκτάσεις τεμαχίζουν
Αρχαιρεσίας διλήμματα θα δοθούν
Νομάδες σε κέρινες εγκαταστάσεις σιτίζουν

Της απωλείας την μήνη θα χαρίσω
κι όλα όσα πίσω με κρατούν
την ήρα από το στάρι θα χωρίσω
τα τροχοπέδια που με μερίζουν θα χαθούν

κι όταν με πίστη ανοίξω τα φτερά μου
και στης καρδιάς τα σκιρτήματα συντονιστώ
αγγέλου άγγιγμα θα νοιώσω στην χαρά μου
και του φτωχού τον πλούτο θα ενδυθώ

Σύντομα όλα την θέση τους θα βρούνε
θερίζοντας της σποράς τον καρπό
σε κάθε δείλι το άπειρο θα δούνε
όσοι χωρούν στης χελιδόνας το αυγό

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Ακούραστα






















Το φώς μετά
τώρα το αβέβαιο δνόφος
με σποραδικές αναλαμπές πορείας
Η αλήθεια μετά
τώρα ο αινιγματικός αλγόριθμος
κι η αμφίσημη απάντηση της Πυθίας
Τώρα η συναλλαγή
μετά η αποτίμηση
Κι ο χρόνος……..
δεν είναι αδυσώπητος
αλλά αρμόζει
κι είναι ικανός για να καλύψει το υπάρχον κενό
την συντέλεια
την υποτείνουσα
και το άνοιγμα του διαφράγματος
Κι αν αυτό που αρχίζει εδώ
εδώ τελειώνει
δεν έχει αξία
ούτε το τώρα
ούτε το μετά
Εντελέχεια
Γράφε
γράφεις?

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Το στιγμιαίον


















Αινιγματική φυσιογνωμία
Σκαμπανεβάζει με το κύμα
Ξέρει ότι απομυζούν την ουσία
Σε κάθε συναναστροφή είναι το θύμα

Μοναχική σύμπτυξη θ’ αναπτυχθεί
Σαν χαρισματική ακολουθία
Στενάζει αν δεν εισακουστεί
Στενά σοκάκια κατοχυρώνουν την αξία

Δεν είναι οι λέξεις, δεν είναι αυτό που θα ειπωθεί
Δεν είν’ το γένος, γραμμένο παρελθόν
Είναι τ’ απομεινάρια που χωλαίνουν την σιωπή
Κι αυτό που αφήνει σαν κρότο το παρόν

Την νύχτα ο ναύκληρος τα βλέφαρά του κλείνει
Σ’ ένα ταξίδι θ’ αφεθεί της καλημέρας
Σειρές κι αλγόριθμους πίσω του αφήνει
Στιγμές, στιγμές, τα δρώμενα της μέρας

Η δυστυχία όλη ανδρώνεται μέσα σ’ ένα κουκούλι
Όταν βγεις απ’ αυτό παύει να υφίσταται

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Μέλλων Ζεύς. Εός Matrix
















Το εκτυφλωτικό λαμπύρισμα των αστεριών της μέρας
που τρεμοπαίζει πάνω στο κύμα
απλώνεται όχι σε μαύρο φόντο, μα σε γαλάζιο
Είναι ο ασημένιος γαλαξίας της θάλασσας

Τα φωτεινά μέρη των ψυχών
που αιωρούνται πάνω από την ύλη
μια ύλη που κατέχει το άλλο τους μισό
και το ‘χει βυθίσει στο σκοτάδι της
Κι ο αγώνας συνεχείς στην διελκυνστίδα
ποιο κομμάτι θα τραβήξει ποιο
μα ο άθλος είναι η ισορροπία
και το καθένα την μερίδα του πρέπει να κρατήσει
-κι όσο την κρατάει τόσο νιος μένει
-κι όσο την κρατάει τόσο κρατά κι η ζωή

Στης πικρολίμνης τα νερά ο απόπλους
κι όσο κατεβαίνει ο ήλιος
το λαμπύρισμα γίνεται αίμα
κι όσο κατεβαίνει ο ήλιος
το αίμα γίνεται σκοτάδι

Δειλινό εκ περιστροφής

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Φάσμα
και χάνομαι στους διαδρόμους μιάς ελεγχόμενης φαντασίας, σε σκόρπιες εικόνες, ξαγρύπνιας όνειρα καταγράφοντας απρόκλητε;ς παρερμηνείες που όμως δεν κατανοώ.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Υποβολές





















Απουσίες στα πεπατημένα ανήμπορα μονοπάτια.
Φαντασίας δημιουργήματα που δίνουν το έναυσμα της απέραστης καινοτομίας.

Φοβάσαι την απουσία;
όχι

Το αόρατο παρόν φοβάμαι
Όπου υπάρχεις μα δεν υπάρχεις
απλά ανασαίνεις
Όπου βαδίζεις και προσπερνάς
δίχως εμπόδια να κατακτάς
απλά μαζεύεις

Την μπαλαρίνα που κρύβω μέσα μου από παιδί φοβάμαι
Όπου προστρέχω για να παρηγορηθώ
και το ακάνθινο στεφάνι της φορώ
για να κοιμάμαι
Όπου την διάκρισή μου καταθέτω
κι όσα μου μάθαν εναποθέτω
να μην θυμάμαι
σκόρπιες εικόνες

Θαμώνας

















αναζητώντας πάλι την αρχή
εκεί που παραδόθηκε, να βρει
τον από μηχανής θεό παρακαλεί
τον κρίκο που ΄σπασε τώρα ζητεί

εν θεώ η πίστης
προφήτες εγρηγορούν
οπαδοί χειραγωγούν
εν θερμώ η κτήσις

οι νοματαίοι στα δυό έχουν χωρίσει
σ’ αυτούς που ψάχνουν και σ’ όσους αδιαφορούν
ομάδες γίνονται και ποιος θα τους καλέσει
ταγούς προφήτες, πάλι αναζητούν

εν χορώ η πλάσις
πολίτες υποχωρούν
ηγέτες ακολουθούν
εν ψυχρώ η κράσις

μ’ αυτά που πέρασαν θα γίνουν ιστορία
κι αυτά που θα ‘ρθουν είναι ζωγραφιά
πινέλο που ‘γινε της μοίρας η γραφίδα
εικόνες λέξεις μας συνθέτουν την σελίδα

Παγίδα

















παίζεται αν θα προβούμε σε ενέργεια αυταρχική
αν στην δύνη αντισταθούμε με σκοπό την επιστροφή

μέριασε πια η εικόνα που μας δίνει την χαρά
κλείσανε όλες οι τρύπες κι είναι τώρα σκοτεινά

δήθεν είμαστε αφέντες, λεύτεροι απ’ τα παλιά δεσμά
μα και πάλι πολεμάμε για να βγούμε απ’ τα σκατά

συνοθύλευμα οι γνώσεις μέσα στην ασυδοσία
μας κυκλώσανε οι δόσεις για γλυκά κι ακολασία

κι οι φτωχοί αυτού του κόσμου περισσέψανε τους παλιούς
όπως ήτανε θα γίνει θα το δεις κι ας μην ακούς

η Αριάδνη σου προτάσσει νήμα ολόχρυσο της γνώσης
μα τυφλός από την πείνα τ’ άρπαξες και πίσω τρέχεις

εμιμούμενος λοιπόν τους αρχαίους δίχως κρίση
χάνεις ότι έχει γίνει κι η συνέχεια θα σβήσει

ότι χρονίζει σαπίζει κι αν δεν το αναπλάσεις θάνατο δίνει

περιουσίες θα κλαπούν
κι όλα όσα ξέρεις θα καούν
θα ‘χεις μάτια να δουλεύεις
μα ποτέ πια δεν θα βλέπεις

Παροπλισμός



















αντικείμενα στον χώρο στοιβαγμένα
το χρηστικό όριο θα υπερβούν
συνωστισμός, τα πάντα κορεσμένα
την απόκτηση του όλου αφαιρούν

σταδιακή αποχώρηση της νίκης
συναίσθημα που ανήκει στην χαρά
απερίσκεπτοι κυλάνε στο παιχνίδι
μονοκύτταροι οργανισμοί θ’ αφεθούνε στην πυρά

συνοθύλευμα όλες οι πτώσεις
διαμελίζουν τον γόνο της γης
τ’ αποκτήματα προκαλούνε αμβλώσεις
που ξεχνιούνται στου χρόνου την ροή

παραποιημένη ατομική εξουσία
βασιλείς τους αμνούς ακολουθούν
την παρόρμηση κάναν ρουτίνα
και θαρρούν πως μ’ αυτήν θα σωθούν

μες την μπόρα κανένας δεν βλέπει
προδομένοι ήρωες θ’ αλωθούν
σαν πανάκεια επικαλούνται την ειμαρμένη
την γραφίδα από οκνηρία πετούν

Επίπλαστος

















χαρμόσυνα την φτερωτή του πανωραία
θα χτίσει μεσ’ του απόμερου την γαία
και στο λιοπύρι σαν βρεθεί με την ρομφαία
θα νιώσει τους αιώνες, την ιδέα

το καθαρτήριο με φόβο προσεγγίζει
το απομεσήμερο τη ζωή δεν την κερδίζει
βουλιάζει μες την δύνη κάθε μέρα
δεν βλέπει, δεν νογά την καλημέρα

του ανώνυμου το πτώμα θα συλήσει
την δική του την στιγμή για να κερδίσει
ότι μένει πίσω το αντιγράφει
ότι μένει πίσω το υπογράφει

μα κι εγώ το όνομά του δεν θυμάμαι
ότι ειπώθηκε καλό, το ξεπερνάμε
τ’ όνομα ενότητα ορίζει
δίχως ταυτότητα και δίχως μετερίζι

οι περιούσιοι ξεχωρίζουν στην διάρκεια του δρόμου
οι ανούσιοι κυριαρχούν, όσο κρατά η πνοή του χρόνου
το εφήμερο την αλήθεια κρύβει
στους αδύναμους άλλοθι δίνει

Αναλώσιμο είδος η αναφυλαξία






















Αποδεκάτιση των δυνάμεων της ευπρεπείας
κάθε ικμάδα συστολής εξαερώνεται
γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν διατηρεί την ακεραιότητα του
μα πάλι…….
συμμορφώνεται με τις συνθήκες και μόνο αυτές
Λιπόσαρκα κακοφανίζεται, αφού ποτέ δεν χόρτασε
περιφέρει την έπαρση του αμύητου
αρνείται να χορέψει από φόβο
μη γλιστρήσει το σαρκίο από πάνω του
και τότε θα φανεί η γύμνια του
θα φανεί η αδυναμία του
θα φανεί το κενό του
Και την ανάσα του με φειδώ
και το δάκρυ στα δεσμά
Διαμελισμός
Επανάκτηση
Αποτάσσεσαι τον σατανά;
Απεταξάμην
μαζί με την πνοή μου, απεταξάμην

Παραλογισμός



















χρεωμένοι στο κιτάπι του μπακάλη
χτυπάμε την πεταλούδα να πονέσει
και προσπερνάμε τις αλήθειες που δεν δεχόμαστε
μα ξέρουμε πως τίποτε τυχαίο
όλα γραμμένα
ευχόμαστε η Αλκυόνη να γεννά πιο συχνά
μα δεν το απολαμβάνουμε
ρωτάμε το γιατί
μα την απάντηση δεν περιμένουμε
τρέχουμε στου νου τα μονοπάτια
κι όμως την ζωή δεν την γευόμαστε
απλά την παρατηρούμε
απλά περιδιαβαίνουμε
να δούμε το καλύτερο
αυτό που θα μας κόψει την ανάσα
μ’ ακόμα κι αν το αντικρίσουμε
δεν το αντιλαμβανόμαστε
πάμε παρακάτω
τώρα τρέχουμε
το θάνατο να γελάσουμε

Κατανομή


















Διχασμοί που γεννιούνται μέσα από μια ανεκτική διαφωνία
Φανατίζουν δίχως να φωτίζουν
Περιέχουν τη δύναμη της αυθαιρεσίας
κι απλώνονται σαν δίχτυ φασισμού
Περιέχουν ανείπωτες προτάσεις
Χρωματίζονται σαν πλοκάμια ερυθρά
Κοντά στο αίμα όλα
κοντά στην ύλη
Η γοητεία του αληθινού
που όμως είναι ψευδαίσθηση
Κι ακολουθείς το ρεύμα
από κεκτημένη ταχύτητα και μόνο
Κοιμόμαστε μ’ ανοιχτά μάτια και φοβόμαστε
ο τρόμος κυριαρχεί στα όνειρα
η γαλήνη στην ρουτίνα που επιβάλετε
αδυνατούμε να την δεχτούμε
μα σωτήρια φαντάζει
συγκρατεί τα ηνία
και προφυλάσσει
μακριά η τρέλα απ’ τους αμνούς
μακριά

Παράλληλα κινούμαστε μ’ όλους αυτούς που προσπερνάμε
Υπάρχει λόγος

Υποψίες


















Κοντά στην πίστη της βαρύτητας
χαμαίζηλος κοιτά τον ουρανό
είναι το στίγμα μιάς αόριστης γραμμής
καρδιοχτυπά σε κάθε κίνηση του εκκρεμούς
μην είν’ η ώρα του
κι όλα του φαίνονται σαν ρούχα άπλυτα
νεκρά του κύτταρα που αποχωρίζεται με δάκρυα

Χαρούπια θρεπτικά, λοιπόν, θα σου δώσω
να ζήσεις αιώνια για να δείς

Τ’ ουρανού το φέγγος σαν ξημερώνει
Της σελήνης την έκλειψη σαν νυχτώνει
Τ’ άστρο του αγρού, σαν ανθίζει
Το κοχύλι της θάλασσας που θησαυρούς αφοδεύει

Το πέρασμα της νιότης, που δεν αντέχεις κι όμως το
αποζητάς
μετά
και λευκόθριξ τον πόνο μαζί τ ης θ’ ανταλλάξεις
αλλά μόνο αυτόν

Την τρικυμία του ποταμού Ωκεανού θα δείς
να τα βάλεις με τον θεό
Την φυλακή της ελευθερίας, που γεννάει τους ήρωες
μ’ αυτοί θα πεθαίνουν
Την ελευθερία της φιλότητας, που γεννάει τα υβρίδια
και που αναζητούν τις ρίζες τους

Κι όλα τα σύνορα θ’ αφήσω ανοιχτά
μα εσύ απέναντι δεν θα περάσεις
Κι όλους τους νόμους θα καταργήσω
μα εσύ θα τους επιβάλεις
Κι όλα τα πρέπει θα καταλύσω
μα εσύ άλλα θα φτιάξεις
δικά σου, που θα μοιάζουν με τ’ άλλα

Όλα καλώς δοσμένα
Όλα καλώς φτιαγμένα
Όλα σε μια ανατροπή φυλακισμένα

Όπου κι αν πας στην αρχή ξαναγυρνάς
Όπου…………

Δίχως το φώς

Φόβος


















το φονικό της αυτοκαταστροφής
μπροστά στο αίμα της αυγής
διχάζει αμίαντο λαό
μπαίνει στον κύκλο, πίσω στ’ αυγό

κοντάρι γίνεται δίχως σκοπό
μέσα στο άπειρο, το φυλαχτό
χαρούμενοι κήποι εκτροφής
μοιράζουν τα δώρα της ντροπής

χολαίνουν οι ψυχές δίχως βροχή
περνάνε αόρατες στην αστραπή
δίνουν το έναυσμα σαν μια εικόνα
μια φευγαλέα ανατροπή στην χθόνα

κύπελλο τ’ όνειρο κι η πυραμίδα
κι από την τρόπιδα του νου η πυξίδα
περνούν στην άβυσσο κάθε γιατί
γυμνή η ζωή μες το γιαπί

φοράνε σαμάρι και παρωπίδες
κι ότι ομορφαίνει γίνονται ελπίδες
σαν έρθει η ώρα της καταγραφής
κενά τα καλάθια της αποκομιδής

κι έρχεσαι τώρα και λές ιστορίες
για δράκους, νεράιδες, νεφέλες κι αγίες
τον φόβο εντέχνως καλλιεργείς
μονάχα για σένα πως γίναν θαρρείς

κάτσε και κοίταξέ με στα μάτια
πες μου πως γίνομαι κομμάτια
πες μου πως τίποτα δεν μου ανήκει
πως συμμετέχω σ’ ένα παιχνίδι

πες το

Ονειροπόλοι






















κυνηγημένοι, καταφύγιο αποζητούν
τρομαγμένοι, τους γύρω τους κοιτούν
κι αν ενταχθούν;
νεκροζώντανοι, μα θα σωθούν
μπορούν;

τους ομοίους τους αναζητούν
σε μια διαρκείς αναζήτηση θα χαθούν
κι αν δεν τους βρουν;
απροσάρμοστοι, μα θα σταθούν
μπορούν;

στη δεδηλωμένη πραγματικότητα περιδιαβαίνουν
κι όλα τα είναι και πρέπει μετρούν
κι αν δεν χωρούν;
κακότροποι, μα θα χωθούν
μπορούν;

φεύγουν, έρχονται, κοιμούνται, ξυπνούν
τέμνοντες κύκλους ακολουθούν
κι αν σε κάποιον εγκλωβιστούν;
ατίθασοι, μα θα στρωθούν
μπορούν;

μα κάθε αμνός που θα ξεφύγει
στιγματίζεται κι αφήνεται στην δύνη
ιλαρό θα πουν το στίγμα που αφήνει
κι όλα υποτάσσονται σ’ ένα διαρκές δείλι